top of page

Jean Baptiste Say

Του Χρήστου Λουκά / Μαθητή Λυκείου στο ΓΕΛ Μαγούλας



Ο Jean Baptiste Say γεννήθηκε στις 5 Ιανουαρίου του 1767 στη Λυών της Γαλλίας, σε μια εμπορική οικογένεια. Σε νεαρή ηλικία στάλθηκε μαζί με τον αδελφό του Horace στο Λονδίνο για να μάθει τις λειτουργίες του σύγχρονου εμπορίου και να αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση. Στο ταξίδι του διάβασε κατά τύχη τον Πλούτο τον Εθνών του Adam Smith σε ηλικία 21 ετών και το βιβλίο αυτό ξύπνησε το ενδιαφέρον του νεαρού Γάλλου, ωθώντας τον να στραφεί στα προβλήματα της οικονομικής επιστήμης. Έζησε κατά την περίοδο σημαντικών ιστορικών γεγονότων όπως την Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση και τους Ναπολεόντειους πολέμους. Ήταν μάλιστα μέλος ενός σημαντικού κυβερνητικού οικονομικού ινστιτούτο υπό τον Ναπολέοντα. Ζώντας σε κλίμα αβεβαιότητας αναγκάστηκε να ασκήσει πολλά επαγγέλματα - επιχειρηματίας, δημοσιογράφος, στρατιωτικός και μόνο προς το τέλος καθηγητής οικονομικών (όπου φαίνεται να ήταν κάκιστος ομιλητής καθώς διάβαζε από τις σημειώσεις του σε όλες τις παραδόσεις).


Το πιο γνωστό βιβλίο του είναι η Πραγματεία για την Πολιτική Οικονομία (Traité d'économie politique). Ο Say έχτισε πάνω στις ιδέες του Adam Smith, τις οποίες διέδωσε όσο κανείς άλλος στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Ταυτόχρονα, συνείσφερε στη θεωρία της αξίας παρεκκλίνοντας από τον Smith και ώντας από τους πρώτους που διατύπωσε την πεποίθηση ότι η αξία ενος αγαθού εξαρτάται κυρίως από τη χρησιμότητα για τον καταναλωτή (utility) και όχι τόσο από το κόστος εργασίας του. Η πιο γνωστή και αμφιλεγόμενη ιδέα του όμως ήταν ο Νόμος του Say (ή Νόμος των Αγορών) με τον οποίο θα επιδιώξουμε να ασχοληθούμε στο εν λόγω άρθρο.


Τι είναι ο νόμος του Say.

Ας προσπαθήσουμε να τον εξηγήσουμε με ένα παράδειγμα, ώστε να είναι εξαρχής αντιληπτός. Ας σκεφτούμε ότι θέλουμε να αγοράσουμε ένα προϊόν λ.χ. μια τηλεόραση, το οποίο όμως για να το αγοράσουμε χρειαζόμαστε προφανώς χρήματα. Ναι αλλά τι είναι στην ουσία τα χρήματα που λαμβάνουμε, δεν είναι η ανταμοιβή μας για μια εργασία που πραγματοποιήθηκε, για ένα προϊόν που παράξαμε στο παρελθόν; Βεβαίως και είναι. Άρα στην ουσία δεν αγοράζουμε αγαθά με χρήματα αλλά με άλλα εμπορεύματα που παράχθηκαν από εμάς στο παρελθόν. Τα χρήματα έχουν μόνο ρόλο διαμεσολαβητή. Ο Νόμος του Say στην πραγματικότητα γενικεύει την παραπάνω μικροοικονομική παρατήρηση ως μια αλήθεια που ισχύει για ολόκληρη την οικονομία. Τα αγαθά που παράγονται είναι ισόποσα , ποτέ περισσότερα ή λιγότερα, από εκείνα που μπορεί να καταναλώσει η οικονομία.


Λίγες θεωρίες στην πολιτική οικονομία έχουν γίνει τόσο συχνά θέμα ερμηνείας, παρερμηνείας και επανερμηνείας όπως ο Νόμος του Say. Ως εκ τούτου, θα προσπαθήσουμε να τον εξηγήσουμε με ένα παράδειγμα. Ο πατέρας της σύγχρονης μακροοικονομικής θεωρίας John Maynard Keynes έχει κατηγορηθεί ότι στην κριτική του προς τον Say στην Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος έκρινε μια ειδική ερμηνεία του νόμου και όχι την πραγματική του σημασία. Συνεπώς, εάν αυτός πιστεύεται ότι έκανε λάθος οι υπόλοιποι θα πρέπει να είμαστε εξαιρετικά πιο προσεκτικοί για να μην υποπέσουμε σε χειρότερα λάθη.

Θα ισχυριστεί κάποιος βέβαια ότι μέχρι τώρα δεν έχουμε πει τίποτα το καινούργιο ή το αξιόλογο. Ο Νόμος του Say αρχικά φαίνεται να μοιάζει αδιάφορος ή ανούσιος αλλά αποκτά μεγαλύτερο νόημα όταν εξετάσουμε το πως επηρεάζει την κατανόηση της μακροοικονομίας. Ο ίδιος ο Say, μάλιστα, αναγνώριζε τη δυσνόητη φύση του συγκεκριμένου θέματος γράφοντας ότι “Γνωρίζω ότι αυτή η πρόταση έχει μια παράδοξη μορφή” .


Ο William Baumol διατύπωσε αρκετά ξεκάθαρα τις συνέπειες αυτού του Νόμου στο άρθρο του Say’s Law: A Retrospective για το Journal of Economic Perspectives, οπότε παρακάτω παρατίθεται μια αναπροσαρμογή τους στα ελληνικά με τις κατάλληλες γλωσσικές προσαρμογές:

1. Η παραγωγική διαδικασία (προσφορά) παράγει το εισόδημα που είναι απαραίτητο για τη ζήτηση των προϊόντων. Το χρήμα, επομένως, λειτουργεί μονάχα ως διαμεσολαβητής. 2. Δεν υπάρχει αβεβαιότητα για την σπατάλη των εισοδημάτων. Τα εισοδήματα πάντοτε ξοδεύονται πλήρως, είτε σε αγαθά που ικανοποιούν τωρινές ανάγκες (κατανάλωση), είτε σε αγαθά που ικανοποιούν μελλοντικές ανάγκες (αποταμίευση). Ακόμη, επειδή κανένας δεν θα αποταμίευε “νεκρό προϊόν” δεν υπάρχει φόβος για την αποθησαύριση.

3. Η αποταμίευση, που είναι το περίσσευμα του εισοδήματος από την κατανάλωση, είναι απαραίτητη για να αναπτυχθεί η οικονομία.

4. Βεβαίως, η μερική υπερπαραγωγή συγκεκριμένων αγαθών από συγκεκριμένους παραγωγούς είναι εφικτή όταν και αν γίνουν “λάθη”, αυτό όμως το είδος μερικής ανισορροπίας γρήγορα διορθώνεται σε μια ανταγωνιστική οικονομία της αγοράς, μέσω της αρχής του ανταγωνισμού που εξισώνει τα κέρδη μεταξύ των διαφόρων τομέων.

5. Επομένως μια οικονομία δεν μπορεί να αποταμιεύσει υπερβολικά πολύ.

6. Δεχόμενοι τον νόμο των αγορών, δεν αρνούμαστε την πιθανότητα μιας κρίσης, ή ότι οι κρίσεις δεν έχουν εσωτερικούς λόγους, ή ότι η νομισματική αστάθεια μπορεί να οδηγήσει σε οικονομική κρίση, αυτό που αρνούμαστε είναι ότι μια αποτυχία της ενεργού ζήτησης είναι ο λόγος των κρίσεων και της ανεργίας.

Ο Νόμος του Say υπήρξε ακρογωνιαίος λίθος στην κλασική οικονομική θεωρία από την εποχή του Smith έως τον A.C. Pigou και την “κατεδάφισή” του από τον Keynes. Αναφορές σε αυτόν γίνονται σε αρκετά εγχειρίδια της εποχής όπως τις Αρχές της Πολιτικής Οικονομίας του David Ricardo και το ομώνυμο βιβλίο του John Stuart Mill καθώς και σε κείμενα του Alfred Marshall. Επειδή ο ίδιος ο Jean Baptiste Say θεωρούσε πως δεν περιέγραφε κάτι πρωτότυπο, αρκετοί σύγχρονοί του δεν απέδιδαν την ιδέα στον Say αλλά το θεωρούσαν ως κοινή γνώση. Η ονομασία “Νόμος του Say” δόθηκε αρκετά αργότερα. Ο James Mill ανέφερε για αυτό ότι “Καμία αρχή στην πολιτική οικονομία δεν φαίνεται τόσο βέβαιη όσο αυτή που πρόκειται να ανακοινώσω (Ο Νόμος των αγορών). Όσο παράδοξη και εάν φαίνεται σε πρώτη ματιά, εάν είναι σωστή, καμία άλλη δεν μπορεί να κριθεί μεγαλύτερης σημασίας”. Γενικά ο James Mill κωδικοποίησε και έκανε πιο κατανοητές τις απόψεις του Say.


Ας σκεφτούμε όμως κάποιες πρακτικές συνέπειες αυτού του Νόμου. Όπως αναφέρθηκε και στην τέταρτη πρόταση του Baumol, μπορεί να υπάρξει μόνο μερική υπερπαραγωγή. Δηλαδή, κάποια προϊόντα πιθανώς να παραχθούν σε υπερβολικές ποσότητες που δεν μπορεί να απορροφήσει η αγορά, αλλά ταυτοχρόνως η συνολική παραγωγή δεν μπορεί να ξεπεράσει ποτέ την συνολική κατανάλωση. Μια τέτοια κατάσταση θα λεγόταν απόλυτη υπερπαραγωγή. Υπάρχουν αρκετές θεωρίες που βασίζονται στην υπερπαραγωγή. Ένας από τους πρώτους που διατύπωσαν μια τέτοια θεωρία ήταν ο Thomas Robert Malthus, φίλος του Say και κυρίως γνωστός για τις δυσοίωνες θεωρίες του σχετικά με την αύξηση του πληθυσμού.

Παράλληλα με το πρόβλημα της υπερπαραγωγής βρίσκεται η αδελφή της, η υποκατανάλωση. Μια τέτοια περίπτωση υφίσταται συνήθως όταν, κυρίως λόγω αυξημένων αποταμιεύσεων ή μείωση της πραγματικής αξίας των εισοδημάτων για παράδειγμα λόγω πληθωρισμού, μειώνεται η ζήτηση για καταναλωτικά αγαθά. Ειδικά στην περίπτωση των αυξημένων αποταμιεύσεων αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα για τον Say, καθώς η μείωση της κατανάλωσης δεν είναι παρά μια αύξηση των βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων επενδύσεων και, συνεπώς, μια αύξηση του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού της οικονομίας. Τα χρήματα απλώς αλλάζουν χρήση. Ούτε γάτα ούτε ζημιά! Εάν κάποιος θα ήθελε να μάθει περισσότερα για αυτό το θέμα συστήνω ανεπιφύλακτα το άρθρο του F.A. Hayek “The Paradox of Saving”, το οποίο αφορά αυτό το θέμα, αν και δεν αναφέρεται στον Say.


Η συνηθέστερη κριτική προς τον νόμο του Say (στην οποία επικεντρώθηκε και ο Keynes και ο Malthus) είναι ότι στην βραχυχρόνια, τουλάχιστον, περίοδο δεν ισχύει, διότι η αύξηση της προσφοράς χρήματος επηρεάζει την ζήτηση και την παραγωγή των προϊόντων. Όταν αρχίζει να αυξάνεται η ποσότητα χρήματος σε κυκλοφορία, πριν γίνει γενικά αντιληπτό από τα μέλη της οικονομίας, οι επιχειρήσεις πιστεύουν ότι είναι μια αύξηση στην ζήτηση και για αυτό παράγουν περισσότερα αγαθά. Θα χρειαστεί ένα χρονικό διάστημα για να αποδειχθεί ότι η επιπλέον ζήτηση είναι πλασματική και να αυξηθούν οι τιμές για να συνυπολογίσουν την νέα ποσότητα χρήματος. Αυτό αντιπροσωπεύει και η περίφημη Ποσοτική Θεωρία του Χρήματος στα σύγχρονα οικονομικά. Kαι εμπειρικά όμως έχει φανεί ότι βραχυπρόθεσμα «η προσφορά δεν δημιουργεί τη δική της ζήτηση» όπως μάλλον απλοϊκά διατύπωσε ο Keyneς το νόμο του Say με αποτέλεσμα να υπάρχουν οικονομικές κρίσεις και υπερπροσφορά.


Η δεύτερη επίθεση προς τον Νόμο των αγορών βασίζεται στην διακοπή της άμεσης σχέσης μεταξύ κατανάλωσης και αποταμίευσης, δηλαδή ότι μια μείωση στην κατανάλωση δεν σημαίνει μια άμεση, ισόποση αύξηση στην επένδυση. Αυτό υποστηρίζει και ο Keynes στην Γενική Θεωρία λέγοντας πως “Εσφαλμένα υποθέτουν (σ.σ. οι κλασικοί οικονομολόγοι) ότι υφίσταται ένας δεσμός που ενώνει τις αποφάσεις αποχής από την παρούσα κατανάλωση με τις αποφάσεις που προσφέρουν μελλοντική κατανάλωση, ενώ τα κίνητρα που προσδιορίζουν την τελευταία δεν συνδέονται με απλό τρόπο με τα κίνητρα που καθορίζουν την πρώτη”

Έπειτα, τα χρήματα που αποταμιεύονται μπορεί να μην γίνουν επενδύσεις. Αυτό γίνεται συνήθως σε περιόδους μεγάλης οικονομικής αβεβαιότητας, λ.χ. όταν έχει συμβεί ή περιμένουν να συμβεί κάποιο οικονομικά επικίνδυνο γεγονός, όπως ένας πόλεμος. Σε τέτοιες καταστάσεις οι καταναλωτές μειώνουν απότομα την κατανάλωσή τους αποταμιεύοντας περισσότερο. Ταυτόχρονα, οι τράπεζες φοβούνται να δανείσουν τα χρήματα των αποταμιευτών και οι πιθανοί επιχειρηματίες δεν θα είναι και ιδιαίτερα πρόθυμοι να τα δανειστούν και να επενδύσουν καθώς η επιτυχία της επένδυσης είναι αβέβαιη. Μειώνεται έτσι η συνολική ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες.


Σύμφωνα με αυτή την άποψη ο Νόμος του Say εφαρμόζεται μονάχα στην μακροχρόνια ή κλασική περίοδο όπου το χρήμα δεν επηρεάζει την συνολική παραγωγή.

Οποιαδήποτε άποψη υπέρ ή κατά του Νόμου και εάν έχετε αναπτύξει μέχρι τώρα θα πρέπει να πούμε ότι η πλειονότητα των οικονομολόγων ακολουθεί την δεύτερη άποψη. Σε άρθρο του στο New York Times με τίτλο “Still Say’s Law after all these years?”, ο νομπελίστας Paul Krugman τον αποκάλεσε “πρωτόγονη πλάνη”. Κάνοντας μια έρευνα στα γνωστά εγχειρίδια εισαγωγής στην οικονομική επιστήμη όπως το CORE ή τις Αρχές Οικονομικής Θεωρίας του

Mankiw δεν μπόρεσα να βρω κάποια αναφορά στον νόμο. Μετά την “κατεδάφιση” της κλασικής οικονομικής θεωρίας από τον John Maynard Keynes, ο Νόμος του Say εξαφανίστηκε από τα οικονομικά και ελάχιστοι πλέον τον συζητούν, ενώ ακόμη λιγότεροι τον λαμβάνουν υπόψη. Οι λίγοι οικονομολόγοι που τον ασπάζονται ακόμη είναι αυτοί της Αυστριακής Σχολής που συνέχισαν σε χωριστή κατεύθυνση από τους υπόλοιπους οικονομολόγους.

Μέσα από αυτή την ανάλυση είναι στην ευχέρεια του αναγνώστη να επιλέξει την στάση του έναντι του Νόμου του Say και εάν θέλει να μάθει περισσότερα μπορεί να μελετήσει την βιβλιογραφία στο τέλος του άρθρου.



Πηγές

Baumol, William, J. 1999. "Retrospectives: Say's Law." Journal of Economic Perspectives, 13 (1): 195-204: https://www.aeaweb.org/articles?id=10.1257/jep.13.1.195

Hayek, F. A. von. “The ‘Paradox’ of Saving.” Economica, no. 32 (1931): 125–69, https://www.jstor.org/stable/2547921

Hazlitt, Henry. The Failure of “New Economics”. Princeton, NJ: Van Nostrand, 1959 (and Auburn: Mises Institute 2007), https://mises.org/library/failure-new-economics-0

Hutt, William Harold, A Rehabilitation of Say’s Law, Columbus: Ohio University, 1974, https://mises.org/library/rehabilitation-says-law

Krugman Paul, Still Say’s Law after all these years?, New York Times,

https://archive.nytimes.com/krugman.blogs.nytimes.com/2013/02/10/still-says-law-after-all-the se-years/

Mill, James. Commerce Defended (1808), σελ 81. C. and R. Baldwin, 1808. Online Library of Liberty, https://oll.libertyfund.org/title/mill-commerce-defended-1808

Mill, John. The Collected Works of John Stuart Mill, Volume II - The Principles of Political Economy I. University of Toronto Press, 1848,

https://oll.libertyfund.org/title/mill-the-collected-works-of-john-stuart-mill-volume-ii-the-principle s-of-political-economy-i

Mill, John. The Collected Works of John Stuart Mill, Volume III - Principles of Political Economy Part II. University of Toronto Press, 1848,

https://oll.libertyfund.org/title/mill-the-collected-works-of-john-stuart-mill-volume-iii-principles-of -political-economy-part-ii

Mises, Ludwig von, Planning for Freedom; and Twelve Other Essays and Address, Libertarian Press,1974,https://mises.org/library/planning-freedom-and-twelve-other-essays-and-addresse s

Ricardo, David. The Works and Correspondence of David Ricardo, Vol. 1 Principles of Political Economy and Taxation. Liberty Fund, 1817,

https://oll.libertyfund.org/title/ricardo-the-works-and-correspondence-of-david-ricardo-vol-1-pri nciples-of-political-economy-and-taxation

Ricardo, David. The Works and Correspondence of David Ricardo, Vol. 2 Notes on Malthus. Liberty Fund, 1820,

https://oll.libertyfund.org/title/ricardo-the-works-and-correspondence-of-david-ricardo-vol-2-not es-on-malthus

Rothbard, Murray. An Austrian Perspective on the History of Economic Thought, Volume II: Classical Economics, Ludwig von Mises Institute, 2006,

https://mises.org/library/austrian-perspective-history-economic-thought

Say, Jean-Baptiste. A Treatise on Political Economy. Lippincott, Grambo, and Company, 1803, https://oll.libertyfund.org/title/biddle-a-treatise-on-political-economy

Say, Jean-Baptiste. Letters to Mr. Malthus, and A Catechism of Political Economy. Sherwood, Neely, and Jones, 1821

,https://oll.libertyfund.org/title/richter-letters-to-mr-malthus-and-a-catechism-of-political-econo my

Yeager, Leland B. “A Cash-Balance Interpretation of Depression.” Southern Economic Journal 22, no. 4 (1956): 438–47: https://www.jstor.org/stable/1054532

Δρακόπουλος Σταύρος και Καραγιάννης Αναστάσιος, Η Ιστορία της Οικονομικής Σκέψης: Μια επισκόπηση, Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα 2003

Keynes, John Maynard, Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος, εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα 2001

202 views0 comments
bottom of page